Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Ένωση Αξιωματικών Α.Μ.Θ.

Συγκριτική ανάλυση ανάμεσα στο δόλο και την αμέλεια ως θεμελιώδη ζητήματα του ουσιαστικού ποινικού δικαίου – Θέσεις της νομολογίας στην αμέλεια.

 



Ο ποινικός νομοθέτης εκκινεί από τη θεμελιώδη αρχή που εκφράζει το γράμμα της διάταξης του άρθρου ΠΚ 26 σύμφωνα με την οποία για τον καταλογισμό του εγκλήματος στο δράστη απαιτείται κατά κανόνα δόλος. Όταν ελλείπει το στοιχείο του δόλου η αξιόποινη πράξη δεν τιμωρείται. Η ως άνω αρχή ισχύει κυρίως στα κακουργήματα στα οποία ο Ποινικός Κώδικας ρητά ορίζει στο άρθρο 26 πως τιμωρούνται μόνο όταν τελούνται με δόλο. Στα πλημμελήματα,ωστόσο, τα οποία τιμωρούνται κατά κανόνα με δόλο, όταν ο νομοθέτης, προκειμένου να δώσει μεγαλύτερη απαξία στο έγκλημα, προκρίνει πως πρέπει να τιμωρούνται και όταν τελούνται από αμέλεια, τότε, το προβλέπει ρητά στο νόμο, π.χ. κατά άρθρο 302 ΠΚ, ανθρωποκτονία εξ αμελείας.
Συνεπώς, συνάγεται από τα ανωτέρω πως στα πλημμελήματα η σιωπή του νόμου ως προς το δόλο ή την αμέλεια προϋποθέτει εν προκειμένω για την τιμώρηση τους την ύπαρξη δόλου. Μόλις που χρειάζεται να αναφερθεί πως τα πταίσματα, που συνιστούν ελαφρύτερης βαρύτητας εγκλήματα, τιμωρούνται κατά κανόνα από αμέλεια, εκτός αν το γράμμα του νόμου απαιτεί ρητά για την τιμώρησή τους την ύπαρξη δόλου, χωρίς απαραίτητα την ανάγκη «πομπώδους» και «πανηγυρικής» διατύπωσης του όρου «δόλου», αρκεί να συνάγεται εύλογα από τη διατύπωση του νομοθέτη η προϋπόθεση η ψυχική στάση του δράστη να εμπεριέχει το στοιχείο του δόλου.
Το έγκλημα (14 ΠΚ) και η ποινή ( 1 ΠΚ) αποτελούν τους δυο βασικούς πυλώνες στο ποινικό δίκαιο.  Γύρω από τις εν λόγω έννοιες διαρθρώνονται όλα τα εγκλήματα ως προς τη δομή τους. Μιλώντας για τη δομή ενός εγκλήματος, αξίζει να αναφερθεί πως αναγκαία στοιχεία κάθε εγκλήματος αποτελούν:
α) η πράξη που συνιστά την εγκληματική συμπεριφορά ( στην έννοια της πράξης περιλαμβάνεται και η παράλειψη ΠΚ 14§2 ),
β) πράξη άδικη. Στο πλαίσιο αυτό, καταρχήν οι πράξεις που πληρούν την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος, ( πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν το έγκλημα), είναι άδικες. Με τον τρόπο αυτό ενδεικνύεται ο, καταρχήν, άδικος χαρακτήρας της πράξης. Ωστόσο, στο σημείο αυτό πρέπει να ερευνούμε κάθε φορά το ενδεχόμενο συνδρομής κάποιου εκ των λόγων που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πραξης κατά τα άρθρα 20επ. ΠΚ ( στους λογούς άρσης του αδίκου θα αναφερθούμε εκτενέστερα παρακάτω), και,
γ) πράξη καταλογιστή στο δράστη. Σύμφωνα με το ως άνω αναγκαίο στοιχείο, την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος επικαλύπτει η υπαιτιότητα, που συνθέτει την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ώστε, να ενδεικνύεται ο καταλογισμός που απαιτεί το δόλο ή την αμέλεια του δράστη, ανάλογα με την απαίτηση του νόμου. Μόλις που χρειάζεται να τονισθεί πως, και εδώ, πρέπει ο εφαρμοστής του δικαίου να ερευνά κάθε φορά την πιθανή ύπαρξη λόγων άρσης του καταλογισμού κατά τα άρθρα 30επ. ΠΚ ( στους οποίους , θα αναφερθούμε, επίσης, εκτενέστερα πιο κάτω).
Κατ’ ακολουθίαν, εφ’ όσον η πράξη είναι άδικη και καταλογιστή στο δράστη, τότε, τιμωρείται από το νόμο με ποινή, η οποία, εκ των προτέρων, κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο προβλέπεται στο δίκαιο.
Συνοψίζοντας, κάθε έγκλημα αποτελείται από την αντικειμενική του υπόσταση, δηλαδή όλες εκείνες τις αναγκαίες επιμέρους προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να θεμελιωθεί το άδικο. Αξίζει να αναφερθεί, ωστόσο, ότι,  όπως έχει ήδη ειπωθεί πιο πάνω, όπου πράξη περιλαμβάνεται και η έννοια της παράλειψης κατά άρθρο 14§ 2 που πρέπει όμως να «παντρευτεί» με το άρθρο ΠΚ 15, με την έννοια ότι (η παράλειψη) τότε μόνο είναι  είναι αξιόποινη η πράξη οταν αποτελούσε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αποτροπής του αποτελέσματος από τον «εγγυητή» της ασφάλειας του έννομου αγαθού. Έτσι με την παράλειψή του ο δράστης, ως «εγγυητής» της ασφάλειας του έννομου αγαθού, οδηγεί νομοτελειακά σε ένα συγκεκριμένο άδικο αποτέλεσμα και για το λόγο αυτό τα εγκλήματα αυτά τα ονομάζουμε δια της παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα ενεργείας. Καθώς, τα δια παραλείψεως εγκλήματα έχουν την ίδια ένταση με τα εγκλήματα ενεργείας εξομοιώνονται σε απαξια με αυτά και επειδή οδηγούν στην παραγωγή ενός αξιόποινου αποτελέσματος αποτελούν εγκλήματα αποτελέσματος. Συνεπώς, τα εγκλήματα παράλειψης ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης είναι εγκλήματα αποτελέσματος αφού παράγουν το ίδιο άδικο αποτέλεσμα με τα εγκλήματα ενεργείας.
Επανερχόμενος στη θεμελίωση του άδικου χαρακτήρα μιας πράξης, έχει ήδη καταστεί σαφές ότι, όταν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος καταρχήν η συμπεριφορά του δράστη θεωρείται ως άδικη. Είναι ξεκάθαρο πως η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος ενδεικνύει το άδικο της συμπεριφοράς. Ωστόσο, στο σημείο αυτό, όπως αναφέραμε πιο πάνω, πρέπει κάθε φορά ο εφαρμοστής του δικαίου να ερευνά αν συντρέχει λόγος άρσης του αδίκου κατά τα άρθρα 20επ. ΠΚ.  Σύμφωνα με τα άρθρα ΠΚ 20επ. λόγοι άρσης του αδίκου είναι:
α) η, κατά το άρθρο 21 ΠΚ, προσταγή, σύμφωνα με την οποία όταν η τέλεση μιας άδικης πράξης αποτέλεσε εκπλήρωση καθήκοντος που επιβαλλόταν από το νόμο, τότε, αίρεται το άδικο (κάθε φορά θα εξετάζεται η υπόθεση ad hoc). Στην περίπτωση αυτή ως αυτουργός τιμωρείται εκείνος που έδωσε την προσταγή,
β) η, κατά το άρθρο 22 ΠΚ, περίπτωση άμυνας, σύμφωνα με την οποία, όταν κάποιος δέχεται την επίθεση άλλου και στο πλαίσιο αντίδρασης προς υπεράσπιση του εαυτού του ή τρίτου πράττει άδικα, τότε, αίρεται το άδικο. Η επίθεση που δέχεται είτε ο ίδιος, είτε τρίτος πρέπει να είναι άδικη και παρούσα και, σε κάθε περίπτωση, σκοπός της άμυνας πρέπει να είναι η προστασία ενός υπέρτερου αγαθού. Ωστόσο, πέραν της άμυνας του άρθρου 22 ΠΚ , ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει στο άρθρο 23 ΠΚ εδ. β’ και την υπέρβαση άμυνας, ως μια πράξη μη καταλογιστή στο δράστη, ο οποίος, εφ’ όσον ενήργησε καθ’ υπέρβαση των ορίων της νόμιμης άμυνας εξαιτίας του φόβου η της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση άλλου, παραμένει ατιμώρητος και,
γ) η κατάσταση ανάγκης, κατά το άρθρο 25 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία όταν κάποιος με, σκοπό να αποτρέψει έναν κίνδυνο παρόντα και άλλως αναπότρεπτο, που απειλεί τον ίδιο η την περιουσία του ιδίου ή κάποιου άλλου χωρίς υπαιτιότητα δική του, προκαλεί βλάβη στα έννομα αγαθά άλλου, τότε, αίρεται το άδικο, εκτός, εάν, ο δράστης, οφείλει να εκτεθεί, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, στον απειλούμενο κίνδυνο. Σε κάθε περίπτωση, η βλάβη πρέπει να είναι κατ’ είδος και σπουδαιότητα όμοια ή κατώτερη του απειλούμενου κινδύνου.
Συνεπώς, η διαφορά άμυνας από την κατάσταση ανάγκης έγκειται στο γεγονός ότι, η μεν πρώτη, προστατεύει υπέρτερο αγαθό, όπως είναι η ζωή, η περιουσία και η σωματική ακεραιότητα του ιδίου του αμυνομένου ή τρίτου, ενώ, η κατάσταση ανάγκης, όμοιο ή κατώτερο έννομο αγαθό του ιδίου ή της περιουσίας του ιδίου η άλλου (εδώ εφαρμόζεται το περίφημο παράδειγμα της «σανίδας» του Καρνεάδη).
Επανερχόμενος ξανά στη σύνοψη της δομής των εγκλημάτων, την αντικειμενική υπόσταση κάθε εγκλήματος, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, επικαλύπτει η υπαιτιότητα ( ή πταίσμα) του δράστη, που συνθέτει την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δηλαδή τον ψυχικό δεσμό ή σύνδεσμο του δράστη ενός εγκλήματος με την εγκληματική άδικη πράξη/συμπεριφορά που ενδεικνύει τον καταλογισμο λόγω δόλου ή αμέλειας.

Ο δόλος και η αμέλεια αποτελούν, όπως προκύπτει και από τα ανωτέρω, τις δυο μορφές υπαιτιότητας, ανάλογα με την απαίτηση του νόμου.


ΔΟΛΟΣ

Αναφορικά με την πρώτη μορφή υπαιτιότητας, στο άρθρο ΠΚ 26 αναφέρεται γενικά ο δόλος τόσο στα κακουργήματα όσο και στα πλημμελήματα, ενώ στο άρθρο ΠΚ 27 μνημονεύεται ειδικά σε τι συνίσταται ο δόλος – όταν ομιλούμε για πρόθεση εννοούμε την επιδίωξη ή επιθυμία να τελέσουμε το έγκλημα.
Ο δόλος αποτελείται από δυο συστατικά στοιχεία που είναι το γνωστικό και το βουλητικό.
Στο γνωστικό στοιχείο ο δράστης γνωρίζει το νόημα και το αποτέλεσμα των πράξεών του προβλέποντας το αξιόποινο αποτέλεσμα,  ενώ στο βουλητικό ο δράστης επιθυμεί, επιδιώκει κι αποδέχεται το αξιόποινο αποτέλεσμα ως αναγκαίο ή ενδεχόμενο. Ο δόλος διακρίνεται σε τρία είδη:
α) στον άμεσο δόλο α’ βαθμού,
β) στον αναγκαίο δόλο, και,
γ) στον ενδεχόμενο δόλο.
Στην πρώτη βαθμίδα δόλου, δηλαδή στον άμεσο δόλο α’ βαθμού κυριαρχεί το βουλητικό στοιχείο, η επιθυμία και βούληση (θέληση) stricto sensu του δράστη να διαπράξει το έγκλημα. Ο δράστης απλά επιθυμεί την πλήρωση του αξιόποινου αποτελέσματος και πράττει για να το πραγματώσει (επιδίωξη ή σκοπός).
Αντίθετα στη δεύτερη διαβάθμιση του δόλου, δηλαδή στον αναγκαίο δόλο ο δράστης δεν επιδιώκει την επέλευση του αξιόποινου αποτελέσματος, ωστόσο, θεωρεί πως αν ενεργήσει θα λάβει χώρα το εγκληματικό γεγονός ως αναγκαία συνέπεια της άλλα επιδιώκουσας εγκληματικής συμπεριφοράς του, το αποδέχεται και πράττει. Με άλλα λόγια, σε αυτή την βαθμίδα δόλου ο δράστης ζυγίζει/σταθμίζει τα πραγματικά περιστατικά του επιδιωκόμενου εγκλήματος, τα αποδέχεται και στη συνέχεια πράττει, αποδεχόμενος απλά την επέλευση του εγκλήματος ως αναγκαίο κακό.
Τέλος, στην τρίτη διαβάθμιση του δόλου που αφορά τον ενδεχόμενο δόλο, ο δράστης  θεωρεί ως πιθανή την επέλευση του αξιόποινου αποτελέσματος άλλα εύχεται/ελπίζει να μην επέλθει και πράττει. Δηλαδή, στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης διαβλέπει το ενδεχόμενο τέλεσης του εγκλήματος και επέλευσης του αξιόποινου αποτελέσματος, ωστόσο, το απωθεί από τη συνείδησή του ελπίζοντας απλά να μην λάβει χώρα η αξιόποινη πράξη.

Μόλις που χρειάζεται να αναφερθεί πως σε όποιο έγκλημα αναφέρεται η φράση «από πρόθεση» εννοούμε όλες τις βαθμίδες δόλου, δηλαδή είτε:

α) επιδίωξη – άμεσο δόλο α’ βαθμού είτε, β) αναγκαίο δολο είτε, γ) ενδεχόμενο δόλο. Το δικαστήριο ad hoc θα διαγνώσει τη βαθμίδα του δόλου και αναλόγως θα επιβάλλει την ποινή. Στο βασικό έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, για παράδειγμα, κατά το άρθρο 299 ΠΚ « όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη». Παράλληλα με ισόβια κάθειρξη τιμωρείται και ο δράστης ο οποίος ενήργησε με ενδεχόμενο ή αναγκαίο δολο. Απλά στην επιμέτρηση της ποινής θα εκτιμηθεί η βαθμίδα δόλου και αναλόγως θα επιβληθεί ελαττωμένη/μειωμένη ποινή. Ειδική περίπτωση, ωστόσο, αποτελεί η ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής κατά το άρθρο 299§2 ΠΚ. Στο συγκεκριμένο έγκλημα, επειδή ο δράστης διατελούσε σε έντονο ψυχικό στρες, το όποιο περιόριζε σημαντικά τη λειτουργία των ψυχικών και πνευματικών του λειτουργιών και αντιδράσεων ή τη δυνατότητα επίγνωσης/αντίληψης/συνείδησης  των πράξεών του και της σημασίας τους,  η ποινή που επιβάλλεται είναι, αντί ισόβιας κάθειρξης, πρόσκαιρη κάθειρξη, δηλαδή ελαττωμένη ( κάθε φορά το δικαστήριο κρίνει ad hoc).


ΑΜΕΛΕΙΑ
Έχοντας ήδη διερευνήσει την πρώτη μορφή υπαιτιότητας, που συνιστά ο δόλος, θα επιχειρήσουμε τώρα να προσεγγίσουμε τη δεύτερη μορφή της, που συνιστά η αμέλεια(ανάλογα με την απαίτηση του νόμου), όταν η εξωτερική συμπεριφορά του δράστη αντιβαίνει στους κανόνες επιμέλειας προκαλώντας βλάβη ( στα εγκλήματα βλάβης) ή κίνδυνο βλάβης ( στα εγκλήματα διακινδύνευσης) στο ξένο έννομο αγαθό. Ωστόσο, πριν προχωρήσουμε να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο νομοθέτης και η νομολογία αντιλαμβάνονται την αμέλεια στο ποινικό δίκαιο, πρέπει κατ’ αρχήν να επισημάνουμε, πως, τα εξ’ αμελείας τελούμενα εγκλήματα τιμωρούνται ελαφρύτερα από τα εκ δόλου τελούμενα εγκλήματα.
Η αμέλεια αναφέρεται στον Ποινικό Κώδικα στο άρθρο 28 ΠΚ και διακρίνεται στα ακόλουθα δυο είδη.
  1. Στην ενσυνείδητη αμέλεια, σύμφωνα με την οποία, ο δράστης θεωρεί πιθανή την πλήρωση του εγκλήματος, αλλά, πιστεύει τελικά ότι αυτό δεν θα επέλθει και πράττει.
  2. Και στην ασυνείδητη αμέλεια, σύμφωνα με την οποία, λόγω απροσεξίας ή αβλεψίας ο δράστης δεν αντιλήφθηκε καθόλου την πιθανότητα τέλεσης του εγκλήματος, το οποίο έλαβε χώρα. Θα ήθελα επίσης να προσθέσω πως, τη νομοτυπική υπόσταση ενός εγκλήματος από ενσυνείδητη ή ασυνείδητη αμέλεια που προσβάλλει ξένα έννομα αγαθά , πραγματώνει όχι οιανδηποτε αλλα μόνο μια ελαττωματική κι αδέξια εκτέλεση μιας πράξης.
Στη σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται, πως, υπάρχει μια λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα εγκλήματα δια ενδεχόμενου δόλου τελούμενα και στα εγκλήματα δια ενσυνείδητης αμέλειας τελούμενα. Στα εκ δόλου, το αξιόποινο αποτέλεσμα απασχόλησε ως ενδεχόμενο το δράστη ο οποίος, όπως εξηγήσαμε πιο πάνω,  διαβλέπει το ενδεχόμενο τέλεσης του εγκλήματος και επέλευσης του αντιπαθούς αξιόποινου αποτελέσματος το οποίο, ωστόσο,  απωθεί από τη συνείδηση του «ελπίζοντας» απλά να μη λάβει χώρα η αξιόποινη πράξη. Αντίθετα, στα ενσυνείδητης αμέλειας λόγω απερισκεψίας η επιπολαιότητας/αβλεψίας ο δράστης, καίτοι θεωρεί πιθανό το ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος,  εντούτοις, δεν έδωσε την προσήκουσα προσοχή με αποτέλεσμα να «πιστέψει» ότι δεν θα επέλθει τελικά το αξιόποινο αποτέλεσμα και στη συνέχεια να πράξει. Συνεπώς, τα δια ενδεχομένου δόλου τελούμενα εγκλήματα  χαρακτηρίζει η «ελπίδα» του δράστη ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα σε αντίθεση με τα δια ενσυνείδητης αμέλειας τα οποία χαρακτηρίζει η «πίστη» πως τελικά δεν θα λαβει χωρα το εγκληματικό γεγονός.
Μόλις που χρειάζεται να αναφερθεί πως, στην ασυνείδητη αμέλεια, που περιγράψαμε πιο πάνω, είναι τόσο βαριά η απροσεξία και η επιπολαιότητα του δράστη ώστε ουδέποτε διείδε, ούτε έλαβε υπόψη, ούτε καν τον απασχόλησε στο ελάχιστο η συμπεριφορά του, έπραξε και τέλεσε το αδίκημα.
Όπως αναφέρθηκε και στην αρχή του κειμένου μας, ο ποινικός νομοθέτης εκκινεί από τη θεμελιώδη αρχή που εκφράζει το γράμμα της διάταξης του άρθρου ΠΚ 26 σύμφωνα με την οποία για τον καταλογισμό του εγκλήματος στο δράστη απαιτείται κατά κανόνα δόλος. Στα πλημμελήματα, ωστόσο, όπου ο νομοθέτης, με σκοπό να δώσει μεγαλύτερη απαξία στο έγκλημα, προκρίνει πως πρέπει να τιμωρούνται και όταν τελούνται από αμέλεια, τότε, το προβλέπει ρητά στο νόμο, π.χ. το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, κατά το άρθρο 302 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 3 μηνών ( έως πέντε έτη που είναι το ανώτατο όριο ποινής φυλάκισης στα πλημμελήματα, κατ’ άρθρο 53 ΠΚ). Απλώς, έργο/καθήκον του δικαστή κάθε φορά είναι να διαγνώσει τη βαθμίδα αμέλειας και να επιβάλλει την ανάλογη ποινή.  (Εδώ αξίζει ν’ αναφέρουμε πως, το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του άρθρου 302 ΠΚ συγκεκριμένα , όπως, και τα αντίστοιχα της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου καθώς και της παράβασης καθήκοντος του άρθρου 259 ΠΚ,  κατ’ εξαίρεση, υπάγονται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, καίτοι επισύρουν ελάχιστη ποινή μικρότερη του ενός έτους που συνιστά προϋπόθεση για να υπαχθούν τα αδικήματα στην αρμοδιότητα του.  Όσον αφορά τα πρόσωπα ειδικής δωσιδικίας, δηλαδή δικηγόρους, δικαστές και κληρικούς, τα πταίσματα υπάγονται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ενώ, τα πλημμελήματα προσώπων ειδικής δωσιδικίας υπάγονται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου. Αντίθετα, στα κακουργήματα δεν έχουμε ειδική δωσιδικία και συνεπώς, αυτά, δικάζονται κατά την κοινή δωσιδικία, όπως όλοι οι δράστες. Τέλος, αναφορικά με την ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας του άρθρου 302 ΠΚ, να αναφέρουμε επίσης ότι, στη διενέργεια κυρίας ανάκρισης, κατ’ άρθρο 270 ΚΠΔ, που προϋποθέτει ως αναγκαίο όρο για την περάτωση της την κλήση σε απολογία του κατηγορουμένου από τον ανακριτή, ο ανακριτής, κατ’ εξαίρεση, μπορεί, εξ’ αρχής, να εκδώσει ένταλμα σύλληψης του κατηγορουμένου κατ’ ευθείαν και όχι κλήση για απολογία. Προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι να υφίσταται κακούργημα ή το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αρκεί η τελευταία να  συρρέει με αλλά εγκλήματα, ήτοι ανθρωποκτονία από αμέλεια σε συρροή.  Η ίδια προϋπόθεση, δηλαδή η ύπαρξη  κακουργήματος ή του πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε συρροή, όταν διενεργείται κύρια ανάκριση, ισχύει και στην περίπτωση της προσωρινής κράτησης, με μόνη διαφορά πως για την έκδοση απόφασης προσωρινής κράτησης απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και του τακτικού ανακριτή).
Επανερχόμενος στην αμέλεια, από την ως άνω περιγραφή εύλογα οδηγείται κάποιος να πιστέψει πως, σύμφωνα με την κλασσική αντίληψη που επικρατεί στην Ελληνική ποινική νομολογία η αμέλεια αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μορφή υπαιτιότητας. Ωστόσο, τούτο, δεν είναι απολύτως ορθό. Και αυτό διότι, πάρα τη σχετική ροπή της ποινικής νομολογίας, κατά κύριο λόγο, του Αρείου Πάγου, προς την ως άνω κλασσική αντίληψη, η οποία αντιλαμβάνεται κατά κανόνα την αμέλεια αποκλειστικά ως μορφή υπαιτιότητας, εν τούτοις, σύμφωνα με την άποψη που επικρατεί στην ποινική θεωρία, η αμέλεια έχει δυο όψεις, την εξωτερική όψη, η οποία εμπίπτει στη σφαίρα του αδίκου της συμπεριφοράς που ενδεικνύει η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και ονομάζεται εξωτερική αμέλεια και την εσωτερική όψη, η οποία αφορά το πεδίο της υποκειμενικής υπόστασης που ενδεικνύει τον καταλογισμό της πράξης και τη συνακόλουθη ενοχή του δράστη λόγω υπαιτιότητας του από αμέλεια. Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι, για την πλήρωση της νομοτυπικής μορφής ενός εγκλήματος από αμέλεια, που οδηγεί νομοτελειακά στην ενοχή του δράστη, απαιτείται πρωτίστως η συνδρομή της εξωτερικής αμέλειας που συνιστά η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος από την αμελή και άδικη συμπεριφορά του δράστη. Συνεπώς, αν δε συντρέχει η κατ’ αρχήν προϋπόθεση συνδρομής εξωτερικής αμέλειας, δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση και ο έλεγχος συνδρομής εσωτερικής αμέλειας καθίσταται αδιαφορος αφού δεν στοιχειοθετείται έγκλημα, ακόμα και στην περίπτωση που η συμπεριφορά του δράστη συνδέεται αιτιωδώς με το άδικο/αξιόποινο αποτέλεσμα.
Σε κάθε περίπτωση, έχοντας περιγράψει τις δυο ως άνω μορφές υπαιτιότητας που συνιστούν ο δόλος και η αμέλεια, θίγοντας, παράλληλα, και διάφορα άλλα επιμέρους ζητήματα, οφείλουμε επίσης να επισημάνουμε πως, όπως, στην περίπτωση της ως άνω περιγραφείσας αντικειμενικής υπόστασης όπου, ο ποινικός νομοθέτης έχει σοφά προβλέψει τους λόγους άρσης του αδίκου, έτσι, και, στην περίπτωση της υποκειμενικής υπόστασης, ο  νομοθέτης, έχει μεριμνήσει, στον Ποινικό Κώδικα, για τις αντίστοιχες περιπτώσεις στις οποίες, αίρεται ο καταλογισμός της πράξης στο δράστη και τις οποίες, οφείλει να ερευνά κάθε φορά ο εφαρμοστής του δικαίου, κατά τα άρθρα 30επ. ΠΚ. Κατ’ ακολουθίαν, σύμφωνα με τα άρθρα 30επ. ΠΚ αίρεται ο καταλογισμός όταν ο δράστης τελεί σε πλήρη ή μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση. Συνεπώς, εφ’ όσον ο δράστης έχει σοβαρή και νοσηρή διατάραξη των πνευματικών ή ψυχικών του λειτουργιών ή αδυναμία συνείδησης των πράξεων του απαλλάσσεται από τον καταλογισμό, κατά το άρθρο 34 ΠΚ. Στην περίπτωση αυτή, βέβαια, δεν συμπεριλαμβάνεται η υπαίτια κατάσταση διαταραγμένης συνείδησης στην οποία ο δράστης αποφασίζει εσκεμμένα να φέρει τον εαυτό του προκειμένου να τελέσει το αδίκημα, το οποίο, του καταλογίζεται σαν να το τέλεσε με δόλο, κατά το άρθρο 35 ΠΚ, εκτός, εάν, σύμφωνα και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, τέλεσε διαφορετική πράξη από αυτήν που είχε αποφασίσει, οπότε τιμωρείται με ποινή μειωμένη του άρθρου 83 ΠΚ. Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο κάθε φορά κρίνει ad hoc εάν υπάρχει λόγος άρσης του καταλογισμού και επιβάλλει είτε μειωμένη ποινή ( αν δεν είναι μεγάλη η βλάβη) είτε απαλλάσσει το δράστη.
Ωστόσο, εκτός των ως άνω περιπτώσεων που αποκλείουν τον καταλογισμό, σύμφωνα με το άρθρο 30 ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη ως άδικη και όταν συνιστά πραγματική πλάνη από μέρους του στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δηλαδή στα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν το έγκλημα. Εδώ ελλείπει το γνωστικό στοιχείο του δόλου, αφού ο δράστης δεν γνωρίζει την ύπαρξη κάποιων από τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν το έγκλημα με αποτέλεσμα να αγνοεί το νόημα και το αποτέλεσμα της πράξης του. Ο δράστης δεν γνωρίζει ότι με την πράξη ή την παράλειψή του πραγματώνει τους όρους της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Για παράδειγμα, ο δράστης αγνοεί την ύπαρξη της ιδιότητας του ξένου ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της κλοπής. Πιστεύει ότι το ξένο αντικείμενο είναι δικό του και πράττει. Ως αποτέλεσμα, αίρεται το άδικο της αντικειμενικής υπόστασης της κλοπής και η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη.
Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 30 ΠΚ, η πραγματική πλάνη αποκλείει το δόλο και την ενσυνείδητη αμέλεια, εκτός, εάν, η άγνοια του δράστη  αποδίδεται σε αμέλεια από μέρους του,  οπότε τιμωρείται εξ αμελείας. Μόλις που χρειάζεται να αναφερθεί πως, κατά το άρθρο 30§ 2 ΠΚ, στα διακεκριμένα εγκλήματα, η πραγματική πλάνη, δηλαδή η άγνοια του δράστη της ύπαρξης των πραγματικών περιστατικών, που κατά το νόμο επαυξάνουν το αξιόποινο,  αποκλείει το δόλο και συνακόλουθα και τη βαρύτερη ποινή. (Τέλος, αναφορικά με την πραγματική πλάνη, αξίζει να αναφέρουμε πως περίπτωση αντίστροφης πραγματικής πλάνης, που τιμωρείται, όμως, με την ποινή του άρθρου 83 ΠΚ μειωμένη στο μισό, αποτελεί η απρόσφορη απόπειρα πλημμελήματος ή κακουργήματος του άρθρου 43 ΠΚ, με την έννοια ότι ο δράστης πιστεύει ότι ξεκίνησε την εγκληματική του δράση χωρίς, ωστόσο, η συμπεριφορά του να είναι νομικά αξιόποινη. Εδώ, ο δράστης ξεκίνησε να εκτελέσει ένα έγκλημα πιστεύοντας ότι υπάρχουν πραγματικά περιστατικά που δεν υφίστανται και γι’ αυτό τιμωρείται με ποινή μειωμένη, εκτός, εάν, ενήργησε με απόλυτη ευήθεια, οπότε παραμένει ατιμώρητος, σύμφωνα και με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 ΠΚ).
Πέραν όμως της πραγματικής πλάνης, που αποκλείει τον καταλογισμό, στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται μια ακόμη μορφή πλάνης που αφορά τον καταλογισμό. Είναι η λεγομένη νομική πλάνη ή πλάνη περί το άδικο που αποκλείει τη συνείδηση του αδίκου, κατά το άρθρο 31§ 2 ΠΚ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η συμπεριφορά του δράστη πληροί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ωστόσο, ο δράστης, αγνοεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του. Πιστεύει ότι δεν πράττει άδικα, πως έχει σχετικό δικαίωμα και γι’ αυτό πράττει. Σε αυτή την περίπτωση, όπως, και στην ως άνω περίπτωση της πραγματικής πλάνης, αίρεται ο καταλογισμός και ο δράστης δεν τιμωρείται.
Τέλος, ολοκληρώνοντας την αναφορά μας στην πραγματική και νομική πλάνη του δράστη, αξίζει να αναφέρουμε επίσης, πως, τις δυο ως άνω μορφές πλάνης τις  συναντάμε και στους λογούς προσφυγής του άρθρου 322 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο, για λόγους ουσίας και αντίκρουσης της κατηγορίας, κατά του κλητηρίου θεσπίσματος που εκδίδει σε βάρος του ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών  και τον καλεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο.


Βασίλης Αποστολόπουλος, Δικηγόρος – Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής, LL.B. (Honors), LL.M. Queen Mary University of London, LL.M. City, University of London, LL.M. University of Southampton.

 πηγή the-f-times.gr

Ένωση Αξιωματικών Α.Μ.Θ.

About Ένωση Αξιωματικών Α.Μ.Θ. -

Σκοπός της E.A.A.M.Θ. είναι η διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των μελών της.

Subscribe to this Blog via Email :