Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Ένωση Αξιωματικών Α.Μ.Θ.

Το συνδικαλιστικό κεκτημένο,τα ταμπού και οι παθογένειες του σώματος ,άρθρο του Α/Α' ΔΡΑΓΟΥΔΑΚΗ Αναστασίου

 




(Άρθρο του Προέδρου της  Ένωσης Αξιωματικών Ανατολ. Μακεδονίας & Θράκης , Α/Α΄ ΔΡΑΓΟΥΔΑΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ)


        Δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι το σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας που ως εργαζόμενοι διακονούμε, έχει περάσει από ποικίλες φάσεις και ενώ -όπως άλλωστε ήταν φυσικό επακόλουθο- εξελίχτηκε μέσα από κοινωνικοπολιτικές επιρροές στο διάβα της ιστορικής του πορείας, ορισμένες καταστάσεις, τρόποι λειτουργίας του και νοοτροπίες έχουν διαχρονικά «παγιωθεί» δημιουργώντας δεδομένα κατεστημένου.
       Στην εξέλιξη του Σώματος καθοριστικό ρόλο αναμφίβολα διαδραμάτισε η νομική κατοχύρωση του συνδικαλιστικού κινήματος των αστυνομικών με τον Ν.2265/94, που ήταν η επίσημη αφετηρία (αν και ανεπίσημα προϋπήρχαν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις) μια υπεύθυνης πορείας προώθησης των δικαιωμάτων των αστυνομικών , φράση που μέχρι τότε αποτελούσε αναμφισβήτητα ταμπού!
       Οι παλαιότεροι στο Σώμα γνωρίζουν καλύτερα ότι το να αναφερόταν κάποιος αστυνομικός σε δικαιώματα ως εργαζόμενος δεν αποτελούσε μόνο ταμπού (αφού αυτά που μονάχα ήταν συνυφασμένα με την ιδιότητα του, ήταν οι υποχρεώσεις και οι λοιπές ευθύνες απορρέουσες από τους διάφορους κανονισμούς και τις υπηρεσιακές διαταγές του Σώματος) αλλά επιπρόσθετα κινδύνευε να αποκομίσει σε βάρος του διάφορους αρνητικούς προσωπικούς χαρακτηρισμούς όπως π.χ. προβληματικός, περίεργος, ανυπάκουος, καλοπερασάκιας  κλπ. Και αυτό γιατί, με εξαίρεση ελάχιστες περιπτώσεις, το Σύστημα εφεύρισκε συνειδητά τρόπους να περιθωριοποιήσει αυτούς που ‘τολμούσαν’ να μιλούν για δικαιώματα σε ένα εργασιακό περιβάλλον γεμάτο ευθύνες και υποχρεώσεις, αντί να στραφεί και να εστιάσει στην επίλυση των προβλημάτων, φορτώνοντας τελικά χαρακτηρισμούς σε όσους στηλίτευαν τα όποια στραβά υπήρχαν.
      Αυτή η τακτική γίνεται αντιληπτή σε ορισμένες περιπτώσεις και σήμερα , και στο πυρήνα της δεν διαφέρει και πολύ απ’ την αρχική της μορφή. Η επικράτηση της συγκεκριμένης αντιμετώπισης των πραγμάτων που έχει ως μεθοδολογία να κλείνει το στόμα αυτού που τα αναδεικνύει και τα κατονομάζει, αντί να στρέφεται ολοκληρωτικά στην καταπολέμηση τους, ευθύνεται κατά πολύ στην διαιώνιση των προβλημάτων εντός του Σώματος. Όμως , η μη αναφορά σε προβλήματα δεν σημαίνει ευταξία , ούτε στην πραγματικότητα μαρτυρά υγιή οργανισμό, απλά εξυπηρετεί ορισμένους, συγκαλύπτει ευθύνες και φιμώνει την εσωτερική δημοκρατία του Σώματος. Σε κάθε περίπτωση δε, η παραδοχή ότι δεν υπάρχουν προβλήματα όταν δεν υπάρχουν αυτοί που τα καταδεικνύουν είναι πέρα για πέρα υποκριτική, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχουν προβλήματα ΜΟΝΟ εκεί όπου λειτουργούν οι θεσμοί, όπου αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους και τα επιλύουν.
       Σήμερα, μολονότι η υφιστάμενη κατάσταση σε αυτό το τομέα έχει βελτιωθεί αισθητά, ωστόσο δεν έχουν πλήρως παταχθεί καταστάσεις παθογένειας  που με την μορφή κατεστημένου, επιβιώνουν χρόνια τώρα στους κόλπους του Σώματος για το λόγο ότι διατηρούνται-περνούν από αστυνομική γενιά σε γενιά, σαν υπηρεσιακό κληροδότημα των παλαιών στους νέους.
       Και μέσα σ’ αυτή τη κατάσταση αναλογικά διαμορφώθηκαν και οι σύγχρονοι όροι αστυνομικής ‘επιβίωσης’, σε πολλές περιπτώσεις βασισμένοι σε ένα Άγραφο Δίκαιο, το οποίο πρέπει κανείς να τηρεί απαρέγκλιτα αν θέλει η ατομική και υπηρεσιακή του ένταξη στο Σώμα να είναι απροβλημάτιστη & ομαλή. Στην άγραφη αυτή «Βίβλο» υπάρχουν όλοι αυτοί οι κανόνες που έχουν επικρατήσει ως «λογική» στη βάση της επιταγής της αποτελεσματικής λειτουργίας του Σώματος. Πόσοι όμως μέχρι σήμερα έχουν μιλήσει για αυτό το άγραφο αστυνομικό δίκαιο; Η απάντηση είναι γνωστή: Ελάχιστοι επίσημα, πολλοί όμως ανεπίσημα! Γιατί απλούστατα η όποια αναφορά στο άτυπο δόγμα υπηρεσιακής συμπεριφοράς εκ μέρους του αστυνομικού αποτελεί από μόνη της ταμπού.
       Στα πλαίσια αυτά, δεν ήταν λίγοι αυτοί που με τον τρόπο-στάση τους επιχείρησαν διαχρονικά να αναγάγουν σε ταμπού και το δικαίωμα του Αξιωματικού να έχει συνδικαλιστική εκπροσώπηση, να μπορεί δηλαδή ο (Αξιωματικός) εκτός από αποδέκτης πληθώρας υπηρεσιακών διαταγών, να είναι και φορέας εργασιακών δικαιωμάτων. Και αυτό επειδή προφανώς εξυπηρετούσε καλύτερα το σύστημα να ταυτίζει τους Αξ/κους μονάχα ως αποδέκτες υποχρεώσεων, εγκλωβισμένους στις υπηρεσιακές φουρτούνες και τα προβλήματα. Αυτό που εύγλωττα λένε ορισμένοι, «για να μην μπορούν να σηκώσουν κεφάλι». Σε αυτό όμως το γεγονός, ήρθε το συνδικαλιστικό κίνημα των Αξ/κων να απαντήσει από της θεσμικής του θέσεως (ως κυρίαρχο του διακύβευμα), να σπάσει τα ταμπού, να έρθει σε ρήξη με το παρελθόν και να αναδείξει περίτρανα ότι: «ΝΑΙ, ΚΑΙ Ο ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ, ΕΧΕΙ (ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ) ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ».
          Ωστόσο , το συνδικαλιστικό κεκτημένο του σήμερα δεν πρέπει σε καμία να λειτουργεί καθησυχαστικά σε κανέναν. Ο αγώνας είναι συνολικός γιατί ο όποιος εφησυχασμός δημιουργεί λιμνάζοντα νερά και ενώ η επίλυση των προβλημάτων απαιτεί τρεχούμενα. Τα σημάδια επιχείρησης καταπάτησης των δικαιωμάτων έχουν κάνει την εμφάνιση τους και επιχειρηματολογούν με επίκεντρο τη τετριμμένη πια θεωρία ότι ο Αξιωματικός/Διοικητής  δεν έχει ωράριο, και επιλαμβάνεται των πάντων σε 24ωρη βάση. Αντιλαμβάνομαι ότι τα Προεδρικά Διατάγματα και οι υπηρεσιακές διαταγές έχουν δέσει χειροπόδαρα την καθημερινότητα του Διοικητή, ωστόσο, μόνο καταπόνηση μπορεί να επιφέρει αυτό, όταν δεν γίνεται πάνω στη βάση της σωστής αξιολόγησης του περιστατικού, αν δηλαδή πραγματικά απαιτείται εκτός του πρωινού να μεταβεί ο Διοικητής απόγευμα και νύχτα στην Υπηρεσία για τα περαιτέρω και όταν συστηματικά (χωρίς ορθολογική αξιολόγηση) διατάσσεται να επιλαμβάνεται των πάντων, για να έχει ξένοιαστο το κεφάλι της η Διεύθυνση. Το γνωρίζουμε όλοι ότι έχουν αναγκαστεί πολλάκις οι Διοικητές να πάνε για δεύτερη και τρίτη φορά στην Υπηρεσία στο ίδιο 24ωρο, για περιπτώσεις σχεδόν κωμικές.
         Και εκτός της παραπάνω πραγματικότητας, την καλύτερα γνωρίζουμε εμείς οι Αξιωματικοί και ως συνέχεια της προαναφερθείσας οδυνηρής κατάστασης που δεν αφήνει περιθώρια για οικογενειακή , προσωπική ζωή στο Διοικητή-Αξ/κο έχει προκύψει-διαπιστωθεί ένα άλλο φαινόμενο άμεσα συσχετιζόμενο με τον παραλογισμό της απαξίας του: Η τηλεφωνική του ενόχληση να μεταβεί για υπηρεσιακό λόγο άμεσα, σε χρόνο που διανύει ημερήσια ανάπαυση (ρεπό). Η μετατροπή δηλαδή του αναφαίρετου δικαιώματος ανάπαυσης κάθε εργαζόμενου πολίτη, σε κατάσταση ετοιμότητας που διακόπτεται με εντολή προϊσταμένου μολονότι υπάρχει ορισθείς αντικαταστάτης!! 
       Κατά συνέπεια ο συνδικαλισμός αν και είναι κεκτημένος δικαιωματικά και κατοχυρωμένος θεσμικά, έχει πολλά ακόμη να δώσει στην διαμόρφωση της καθημερινότητας και την αντιμετώπιση των προβλημάτων που σταδιακά διογκώνονται.
      Αυτά όμως που πρέπει να επιλυθούν είναι πολλά και διάφορα, και ειδικά στα θέματα που αποτελούν ταμπού για την αστυνομία. Σε κάθε περίπτωση, η πρώτη και βασική αρχή αντιμετώπισης τους είναι όλοι μας να ξεκινήσουμε να αναφερόμαστε σε αυτά, να τα κατονομάζουμε και να τα στηλιτεύουμε καθένας από τη δική του θεσμική θέση, είτε αποτελεί εκπρόσωπο της Διοίκησης είτε του Συνδικαλισμού, με την διαφορά ότι ο δεύτερος έχει την αναφαίρετη υποχρέωση να το πράξει, άλλως θα συνεχίσει το φαινόμενο αυτό να διαιωνίζεται και να δημιουργείται μοιρολατρική στάση που δεν ταράσσει τα λιμνάζοντα νερά των βαλτωμένων προβλημάτων μας.
       Οι περισσότεροι μάλιστα από τους άγραφους αυτούς κανόνες που έχουν παγιωθεί στο «γίγνεσθαι» της αστυνομικής μας ζωής είναι δομημένοι σε όρους (κανόνες) υποκρισίας. Ενθυμούμαι τη φιλική συμβουλή που μου έδωσε πριν χρόνια κάποιος παλαιός Αρχ/κας στην Υπηρεσία που πρωτο-υπηρέτησα, να μην οργανώνω – τακτοποιώ τις δικογραφίες και τους υπηρεσιακούς μου φακέλους  εντός των ερμαρίων του γραφείου μου αλλά να τα αφήνω έκθετα, πάνω στο γραφείο για να «φαίνεται» ο φόρτος εργασίας μου, ώστε αφενός γίνω αποδεκτός από τον Διοικητή αφετέρου να  αποτραπούν οι κακεντρεχείς σχολιασμοί ορισμένων άλλων «συναδέλφων» του τύπου «Δεν ασχολείται με τίποτα, περνάει μια χαρά κλπ». Προφανώς γιατί το «φαίνεται» στην Αστυνομία έχει μεγαλύτερη δύναμη και απήχηση στην Αστυνομία από το «είναι».
          Κάποιοι άλλοι κατά καιρούς έχουν επισημάνει το γεγονός ότι για τις ολιγόλεπτες, εσωτερικές μετακινήσεις τους στους διαδρόμους ορισμένων Υπηρεσιών, έπρεπε για τυπικούς λόγους να μεταφέρουν κάποιο φάκελο ανά χείρας ή ακόμη όσον αφορά τους Διοικητές-Τμηματάρχες να έρχονται κάθε απόγευμα στην υπηρεσία και να παραμένουν με τις ώρες σ’ αυτή, ανεξάρτητα αν υπάρχει επείγουσα υπηρεσιακή ανάγκη, μόνο και μόνο για να γίνουν αρεστοί στους Διευθυντές τους, με τελικό αποτέλεσμα την διαμόρφωση εν γένει υπηρεσιακής συμπεριφοράς και ζωής δομημένης σε όρους υποκρισίας.
        Στη υποκριτική αυτή βάση των όρων του υπηρεσιακού βίου (αποφυγή της ωμής αλήθειας και της υπηρεσιακής πραγματικότητας) είναι δυστυχώς βασισμένη και η συνισταμένη των ευθυνών και υποχρεώσεων που έχει άδικα επωμισθεί και πέραν των πραγματικών δυνατοτήτων του, ο Διοικητής κάθε Υπηρεσίας και για αυτό προφανώς η όποια στηλίτευσή της, θα άλλαζε άρδην τα δεδομένα της υπηρεσιακής συνεννοήσεως και το ισοζύγιο των ευθυνών. Σήμερα, αποτελεί κατεστημένο – σχεδόν κοινός τόπος ότι για κάθε υπηρεσιακό πρόβλημα, για την αύξηση της εγκληματικότητας και για όλα τα δεινά φταίει ο Διοικητής , εν δυνάμει υπόλογος στο όλο Σύστημα, που αρνείται εντέχνως να αποδεχθεί την μοναδική αλήθεια: ότι το υπάρχον αστυνομικό προσωπικό δεν αρκεί για την κάλυψη των βασικών υπηρεσιακών αναγκών (ειδικά στις υπηρεσίες Υπαίθρου) , ότι υπολείπεται η μισή αριθμητικά δύναμη συγκριτικά με την οργανική, ότι δεν επαρκούν τα περιπολικά και λοιπά οχήματα, ότι δεν υπάρχουν οι απαραίτητες υλικοτεχνικές υποδομές και ότι το υπάρχον προσωπικό φτάνει μόνο, σε ορισμένες περιπτώσεις, για την εξωτερική φρούρηση του κτιρίου και σε καμία περίπτωση για την εμπέδωση της ασφάλειας και της τάξης στην περιοχή ευθύνης τους. Όμως, αν αυτό που είναι μια αναμφίβολη πραγματικότητα, γίνει αποδεκτή από όλους, αν συνομολογηθεί, τότε μοιραία αλλάζει το ισοζύγιο των ευθυνών, και κατά συνέπεια θα μετατοπίζονταν (οι ευθύνες) από το Διοικητή σε ανώτατο συστημικά επίπεδο, γεγονός που θα αναδείκνυε της ουσιαστικές ευθύνες της φυσικής και πολιτικής ηγεσίας. Για αυτό πάγια επιδίωξη αυτών που τα γνωρίζουν αυτά και βγάζουν συνειρμικά συμπεράσματα είναι να παραμείνουν κλειδωμένες οι ευθύνες αυτές σε επίπεδο Διοικητή για να υπάρχει πάντα ο εύκολος, ευάλωτος στόχος ως υπόλογος των πάντων, ανεξάρτητα αν εκ των πραγμάτων δεν έχει τη δυνατότητα να ανταπεξέλθει, μολονότι έχει τη βούληση.
        Απ’ την άλλη, αρνητικό δεδομένο διαχρονικά ήταν το γεγονός ότι ποτέ οι προτεραιότητες ανά Αξιωματικό δεν ήταν ίδιες αλλά διέφεραν από βαθμό σε βαθμό. Οι Διευθυντές συνήθως είχαν κατά νου την επόμενη προαγωγή τους ενόψει των κρίσεων, οι Διοικητές την ευκαιρία να βρουν λίγο ελεύθερο προσωπικό χρόνο από την καθημερινή υπηρεσιακή πίεση και οι μικρότεροι Αξ/κοι να καταφέρουν να τύχουν αναγνώρισης, σεβασμού και αξιοσύνης από τους ανωτέρους τους.  
       Σήμερα όμως, πέραν των προτεραιοτήτων του καθενός, εμείς οι σημερινοί αστυνομικοί, πρέπει καταρχάς να πάρουμε την απόφαση, αν θέλουμε να αποβάλλουμε τις κακές νοοτροπίες του παρελθόντος που σαν βδέλλα έχουν κολλήσει στην υπηρεσιακή μας καθημερινότητα. Το σίγουρο είναι ότι μπορούμε και είναι στο χέρι μας να πατάξουμε ότι μας βαραίνει και να κρατήσουμε ότι καλό, από την παρακαταθήκη των παλαιοτέρων, να φτιάξουμε μια νέα, καλύτερη Αστυνομία, οικοδομημένη σε υγιείς βάσεις, αρκεί και όλοι μαζί να αντιτάξουμε το ΕΜΕΙΣ στο ΕΓΩ, την ΛΟΓΙΚΗ στον ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟ, την ΗΘΙΚΗ στην ΑΝΗΘΙΚΟΤΗΤΑ, την ΕΝΟΤΗΤΑ στη ΔΙΧΟΝΟΙΑ και την ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ στην ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ.        



Ένωση Αξιωματικών Α.Μ.Θ.

About Ένωση Αξιωματικών Α.Μ.Θ. -

Σκοπός της E.A.A.M.Θ. είναι η διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των μελών της.

Subscribe to this Blog via Email :